Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inextricably
01
αδιάσπαστα, αχώριστα
in a way that is impossible to separate, disentangle, or escape from
Παραδείγματα
Memories and emotions can be inextricably mixed in our minds.
Οι αναμνήσεις και τα συναισθήματα μπορούν να αναμιχθούν αδιάσπαστα στο μυαλό μας.
Λεξικό Δέντρο
inextricably
inextricable
extricable



























