Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Infamy
01
δυσφήμηση, ατιμία
a very wrong and evil act
Παραδείγματα
The dictator 's brutal massacre of innocent civilians will forever be remembered as an infamy.
Η βάναυση σφαγή του δικτάτορα κατά αθώων πολιτών θα θυμάται για πάντα ως μια νεμεσία.
02
δυσφήμηση, ντροπή
the state of having a very bad public reputation
Παραδείγματα
The controversial decision made by the judge resulted in widespread infamy, as it was seen as a miscarriage of justice.
Η αμφιλεγόμενη απόφαση του δικαστή είχε ως αποτέλεσμα ευρεία δυσφήμηση, καθώς θεωρήθηκε ως δικαστική παρέκκλιση.



























