Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inevitable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most inevitable
συγκριτικός βαθμός
more inevitable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
With tensions escalating between the two countries, war seemed inevitable.
Με τις εντάσεις να κλιμακώνονται μεταξύ των δύο χωρών, ο πόλεμος φαινόταν αναπόφευκτος.
1.1
αναπόφευκτος, επιβεβλημένος
bound to happen in a way that is impossible to avoid
Παραδείγματα
The inevitable changes of the seasons bring new beauty each time.
Οι αναπόφευκτες αλλαγές των εποχών φέρνουν νέα ομορφιά κάθε φορά.
Inevitable
01
το αναπόφευκτο, το αναγκαίο
an event or outcome that is certain to happen and cannot be avoided
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
inevitables
Παραδείγματα
Change is the inevitable in every growing company.
Η αλλαγή είναι το αναπόφευκτο σε κάθε αναπτυσσόμενη εταιρεία.
Λεξικό Δέντρο
inevitability
inevitableness
inevitably
inevitable
evitable



























