inefficacious
in
ˌɪn
ιν
e
e
ε
ffi
φι
ca
ˈkeɪ
κει
cious
ʃəs
σασ
bignoniaceousperspicaciouspilosebaceousproteinaceous

Ορισμός και σημασία του "inefficacious"στα αγγλικά

inefficacious
01

ανεπιτυχής, αναποτελεσματικός

not effective in achieving the intended purpose 
αποδοκιμαστικό
επίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most inefficacious
συγκριτικός βαθμός
more inefficacious
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
effectiveness, outcome, evaluation
Παραδείγματα
The medication proved to be inefficacious in alleviating the patient's symptoms, leading to the exploration of alternative treatments. 

Το φάρμακο αποδείχθηκε αναποτελεσματικό στην ανακούφιση των συμπτωμάτων του ασθενούς, οδηγώντας στην εξερεύνηση εναλλακτικών θεραπειών.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

inefficacious
efficacious
efficacy
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store