Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inefficacious
01
ανεπιτυχής, αναποτελεσματικός
not effective in achieving the intended purpose
disapproving
formal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most inefficacious
συγκριτικός βαθμός
more inefficacious
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The policy changes implemented by the organization were considered inefficacious, as employee morale continued to decline.
Οι αλλαγές στην πολιτική που εφαρμόστηκαν από τον οργανισμό θεωρήθηκαν αναποτελεσματικές, καθώς το ηθικό των υπαλλήλων συνέχιζε να μειώνεται.
Λεξικό Δέντρο
inefficacious
efficacious
efficacy



























