Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inefficacious
01
ανεπιτυχής, αναποτελεσματικός
not effective in achieving the intended purpose
αποδοκιμαστικό
επίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most inefficacious
συγκριτικός βαθμός
more inefficacious
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
effectiveness, outcome, evaluation
Παραδείγματα
The medication proved to be inefficacious in alleviating the patient's symptoms, leading to the exploration of alternative treatments.
Το φάρμακο αποδείχθηκε αναποτελεσματικό στην ανακούφιση των συμπτωμάτων του ασθενούς, οδηγώντας στην εξερεύνηση εναλλακτικών θεραπειών.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
inefficacious
efficacious
efficacy



























