Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inedible
01
μη βρώσιμος, μη ασφαλής για κατανάλωση
not capable of being eaten or is not safe for consumption
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most inedible
συγκριτικός βαθμός
more inedible
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He accidentally took a bite of the inedible fruit and quickly spat it out.
Κατά λάθος πήρε μια μπουκιά από το μη βρώσιμο φρούτο και το έφτυσε γρήγορα.
Λεξικό Δέντρο
inedible
edible



























