inebriate
Pronunciation
/ˌɪˈnɛbɹiˌeɪt/

Ορισμός και σημασία του "inebriate"στα αγγλικά

01

μέθυσος, αλκοολικός

a chronic drinker
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
inebriates
to inebriate
01

μεθώ, πίνω υπερβολικά

become drunk or drink excessively
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
inebriate
γ΄ ενικό πρόσωπο
inebriates
ενεστώτα μετοχή
inebriating
απλός αόριστος
inebriated
παθητική μετοχή
inebriated
02

μεθώ, ποτίζω με αλκοόλ

to make someone drink too much alcohol and get drunk
Παραδείγματα
He had been inebriated so much that he could n’t recall how he had gotten home.
Είχε μεθύσει τόσο πολύ που δεν μπορούσε να θυμηθεί πώς είχε γυρίσει σπίτι.
03

μεθώ, εξιτάρω

fill with sublime emotion
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store