Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Inebriate
01
μέθυσος, αλκοολικός
a chronic drinker
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
inebriates
to inebriate
01
μεθώ, πίνω υπερβολικά
become drunk or drink excessively
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
inebriate
γ΄ ενικό πρόσωπο
inebriates
ενεστώτα μετοχή
inebriating
απλός αόριστος
inebriated
παθητική μετοχή
inebriated
02
μεθώ, ποτίζω με αλκοόλ
to make someone drink too much alcohol and get drunk
Παραδείγματα
He had been inebriated so much that he could n’t recall how he had gotten home.
Είχε μεθύσει τόσο πολύ που δεν μπορούσε να θυμηθεί πώς είχε γυρίσει σπίτι.
03
μεθώ, εξιτάρω
fill with sublime emotion



























