ineffectual
in
ɪn
in
e
ɪ
i
ffec
fɛk
fek
tual
ʧuəl
chooēl
intellectual

Ορισμός και σημασία του "ineffectual"στα αγγλικά

ineffectual
01

ανεπιτυχής, αναποτελεσματικός

failing to achieve a desired result 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ineffectual
συγκριτικός βαθμός
more ineffectual
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Their ineffectual efforts to stop the leak only made the problem worse. 

Οι αναποτελεσματικές προσπάθειές τους να σταματήσουν τη διαρροή μόνο χειροτέρευσαν το πρόβλημα.

02

ανεπιτυχής, ανίσχυρος

(of a person) not having the power, authority, or confidence to handle a situation 
Παραδείγματα
As a leader, he was ineffectual and failed to inspire his team. 

Ως ηγέτης, ήταν αναποτελεσματικός και απέτυχε να εμπνεύσει την ομάδα του.

03

ανεπιτυχής, άκαρπος

producing no result or effect 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store