Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ineffectual
01
ανεπιτυχής, αναποτελεσματικός
failing to achieve a desired result
Παραδείγματα
His apology was ineffectual — it did n't fix the damage he had done.
Η συγγνώμη του ήταν αναποτελεσματική—δεν επισκεύασε τη ζημιά που είχε κάνει.
02
ανεπιτυχής, ανίσχυρος
(of a person) not having the power, authority, or confidence to handle a situation
Παραδείγματα
Despite his good intentions, he remained an ineffectual advocate for the cause.
Παρά τις καλές του προθέσεις, παρέμεινε ένας αναποτελεσματικός υποστηρικτής του σκοπού.
03
ανεπιτυχής, άκαρπος
producing no result or effect
Λεξικό Δέντρο
ineffectual
effectual
effect



























