ineffective
Pronunciation
/ˌɪnɪˈfɛktɪv/

Ορισμός και σημασία του "ineffective"στα αγγλικά

ineffective
01

αναποτελεσματικός, ατελής

not achieving the desired outcome or intended result
ineffective definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ineffective
συγκριτικός βαθμός
more ineffective
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The manager 's leadership style was ineffective in motivating the team.
Το στυλ ηγεσίας του διαχειριστή ήταν αναποτελεσματικό στην παρακίνηση της ομάδας.
02

ανεπιτυχής, ανίκανος

(of a person) lacking the skill, competence, or ability to produce the desired outcome or perform successfully
Παραδείγματα
She felt ineffective in her role, as her suggestions were always ignored.
Αισθανόταν αναποτελεσματική στον ρόλο της, καθώς οι προτάσεις της αγνοούνταν πάντα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store