Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ineffective
01
αναποτελεσματικός, ατελής
not achieving the desired outcome or intended result
Παραδείγματα
The manager 's leadership style was ineffective in motivating the team.
Το στυλ ηγεσίας του διαχειριστή ήταν αναποτελεσματικό στην παρακίνηση της ομάδας.
02
ανεπιτυχής, ανίκανος
(of a person) lacking the skill, competence, or ability to produce the desired outcome or perform successfully
Παραδείγματα
She felt ineffective in her role, as her suggestions were always ignored.
Αισθανόταν αναποτελεσματική στον ρόλο της, καθώς οι προτάσεις της αγνοούνταν πάντα.
Λεξικό Δέντρο
ineffective
effective
effect



























