Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ineffective
01
αναποτελεσματικός, ατελής
not achieving the desired outcome or intended result
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ineffective
συγκριτικός βαθμός
more ineffective
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The medication proved to be ineffective in treating the patient's condition.
Το φάρμακο αποδείχθηκε αναποτελεσματικό στη θεραπεία της κατάστασης του ασθενούς.
02
ανεπιτυχής, ανίκανος
(of a person) lacking the skill, competence, or ability to produce the desired outcome or perform successfully
Παραδείγματα
The ineffective manager was unable to motivate the team.
Ο αναποτελεσματικός διαχειριστής δεν μπόρεσε να κινητοποιήσει την ομάδα.
Λεξικό Δέντρο
ineffective
effective
effect



























