indisposed
Pronunciation
/ˌɪndɪspˈoʊzd/

Ορισμός και σημασία του "indisposed"στα αγγλικά

indisposed
01

δυσφορία, άρρωστος

somewhat ill or mildly unwell
indisposed definition and meaning
Παραδείγματα
I found him indisposed in bed, complaining of dizziness.
Τον βρήκα αδιάθετο στο κρεβάτι, παραπονιέται για ζάλη.
02

αντίθετος, απρόθυμος

(usually followed by `to') strongly opposed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most indisposed
συγκριτικός βαθμός
more indisposed
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store