Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
indisposed
Παραδείγματα
I found him indisposed in bed, complaining of dizziness.
Τον βρήκα αδιάθετο στο κρεβάτι, παραπονιέται για ζάλη.
02
αντίθετος, απρόθυμος
(usually followed by `to') strongly opposed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most indisposed
συγκριτικός βαθμός
more indisposed
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
indisposed
disposed
dispose



























