Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
indisposed
Παραδείγματα
He felt indisposed after eating the questionable seafood.
Αισθάνθηκε αδιάθετος μετά από την κατανάλωση των αμφίβολων θαλασσινών.
02
αντίθετος, απρόθυμος
(usually followed by `to') strongly opposed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most indisposed
συγκριτικός βαθμός
more indisposed
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
indisposed
disposed
dispose



























