Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
increasing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most increasing
συγκριτικός βαθμός
more increasing
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
quantity, change, trend
Παραδείγματα
The increasing number of tourists visiting the city has boosted the local economy.
Ο αυξανόμενος αριθμός τουριστών που επισκέπτονται την πόλη έχει ενισχύσει την τοπική οικονομία.
02
κρεσέντο, αυξανόμενος
(music) increasing in tempo and/or volume
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
increasingly
increasing
increase



























