increasing
inc
ˈɪnk
ink
rea
ri:
ri
sing
sɪng
sing
unceasingreleasingpolicing

Ορισμός και σημασία του "increasing"στα αγγλικά

increasing
01

αυξανόμενος, αυξάνοντας

becoming larger or greater over time or in amount 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most increasing
συγκριτικός βαθμός
more increasing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The increasing number of tourists visiting the city has boosted the local economy. 

Ο αυξανόμενος αριθμός τουριστών που επισκέπτονται την πόλη έχει ενισχύσει την τοπική οικονομία.

02

κρεσέντο, αυξανόμενος

(music) increasing in tempo and/or volume 

Λεξικό Δέντρο

increasingly
increasing
increase
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store