Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
increasing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most increasing
συγκριτικός βαθμός
more increasing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The company's increasing profits signaled its success in the market.
Τα αυξανόμενα κέρδη της εταιρείας σήμαναν την επιτυχία της στην αγορά.
02
κρεσέντο, αυξανόμενος
(music) increasing in tempo and/or volume
Λεξικό Δέντρο
increasingly
increasing
increase



























