increasing
Pronunciation
/ˌɪnˈkɹisɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "increasing"στα αγγλικά

increasing
01

αυξανόμενος, αυξάνοντας

becoming larger or greater over time or in amount
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most increasing
συγκριτικός βαθμός
more increasing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The company's increasing profits signaled its success in the market.
Τα αυξανόμενα κέρδη της εταιρείας σήμαναν την επιτυχία της στην αγορά.
02

κρεσέντο, αυξανόμενος

(music) increasing in tempo and/or volume

Λεξικό Δέντρο

increasingly
increasing
increase
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store