incorporeal
in
ˌɪn
in
cor
kɔ:
kaw
po
ˈpɔ:
paw
real
riəl
riēl

Ορισμός και σημασία του "incorporeal"στα αγγλικά

incorporeal
01

άϋλος, ασώματος

not composed of matter 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most incorporeal
συγκριτικός βαθμός
more incorporeal
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The concept of justice is often seen as an incorporeal idea, not something that can be physically touched or seen. 

Η έννοια της δικαιοσύνης συχνά θεωρείται ως μια άυλη ιδέα, όχι κάτι που μπορεί να αγγιχτεί ή να δει κανείς φυσικά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store