Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inadvertent
01
ακούσιος, τυχαίος
occurring unintentionally or without deliberate thought or planning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
action, cognition, error
Παραδείγματα
I made an inadvertent mistake in my email and sent it to the wrong recipient.
Έκανα ένα ακούσιο λάθος στο email μου και το έστειλα σε λάθος παραλήπτη.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
inadvertent
advertent
advert
adverse



























