Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inane
01
άσκοπος, κενός
lacking meaningful content, purpose, or usefulness
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most inane
συγκριτικός βαθμός
more inane
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
speech, behavior, content
Παραδείγματα
Bored teenagers resorted to making inane prank calls just to waste time.
Οι βαρεμένοι έφηβοι κατέφυγαν σε άσκοπες τηλεφωνικές φάρσες μόνο για να περάσουν την ώρα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
inanely
inane



























