impunity
im
ɪm
im
pu
ˈpju:
pyoo
ni
ty
ti
ti
immunityimpurity

Ορισμός και σημασία του "impunity"στα αγγλικά

01

ατιμωρησία, ασυλία

freedom from punishment, harm, or consequences despite wrongdoing 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The hackers operated with impunity, never facing arrest. 

Οι χάκερ λειτουργούσαν με ατιμωρησία, χωρίς ποτέ να αντιμετωπίσουν σύλληψη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store