impunity
Pronunciation
/ˌɪmˈpjunɪti/

Ορισμός και σημασία του "impunity"στα αγγλικά

01

ατιμωρησία, ασυλία

freedom from punishment, harm, or consequences despite wrongdoing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Impunity erodes trust in justice systems.
Η ατιμωρησία υπονομεύει την εμπιστοσύνη στα συστήματα δικαιοσύνης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store