Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Impulsion
01
ώθηση
the act of applying force suddenly
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
impulsions
02
ώθηση
a force that moves something along
Λεξικό Δέντρο
impulsion
impuls



























