impulsion
Pronunciation
/ɪmpˈʌlʃən/

Ορισμός και σημασία του "impulsion"στα αγγλικά

01

ώθηση

the act of applying force suddenly
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
impulsions
02

ώθηση

a force that moves something along

Λεξικό Δέντρο

impulsion
impuls
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store