to impute
im
ɪm
im
pute
ˈpju:t
pyoot
impure

Ορισμός και σημασία του "impute"στα αγγλικά

to impute
01

αποδίδω, επιφέρω

to attribute a quality, action, or outcome to a person, cause, or source 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
impute
γ΄ ενικό πρόσωπο
imputes
ενεστώτα μετοχή
imputing
απλός αόριστος
imputed
παθητική μετοχή
imputed
Παραδείγματα
The scandal was imputed to poor oversight. 

Το σκάνδαλο αποδόθηκε σε κακή εποπτεία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store