Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to impute
01
αποδίδω, επιφέρω
to attribute a quality, action, or outcome to a person, cause, or source
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
impute
γ΄ ενικό πρόσωπο
imputes
ενεστώτα μετοχή
imputing
απλός αόριστος
imputed
παθητική μετοχή
imputed
Παραδείγματα
The scandal was imputed to poor oversight.
Το σκάνδαλο αποδόθηκε σε κακή εποπτεία.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
imputable
impute



























