Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to impute
01
αποδίδω, επιφέρω
to attribute a quality, action, or outcome to a person, cause, or source
Παραδείγματα
The failure was imputed to a lack of preparation.
Η αποτυχία αποδόθηκε σε έλλειψη προετοιμασίας.
Λεξικό Δέντρο
imputable
impute



























