impute
im
ˌɪm
ιμ
pute
ˈpjut
πγουτ
/ɪmpjˈuːt/

Ορισμός και σημασία του "impute"στα αγγλικά

to impute
01

αποδίδω, επιφέρω

to attribute a quality, action, or outcome to a person, cause, or source
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
impute
γ΄ ενικό πρόσωπο
imputes
ενεστώτα μετοχή
imputing
απλός αόριστος
imputed
παθητική μετοχή
imputed
Παραδείγματα
The failure was imputed to a lack of preparation.
Η αποτυχία αποδόθηκε σε έλλειψη προετοιμασίας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store