impostor
im
ˌɪm
ιμ
pos
ˈpɔs
ποσ
tor
tɜr
τερρ
/ɪmpˈɒstɐ/
imposter

Ορισμός και σημασία του "impostor"στα αγγλικά

01

απατεώνας, πλαστογράφος

a person who pretends to be someone else in order to deceive others
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
impostors
Παραδείγματα
The impostor was arrested for fraud after attempting to gain access to sensitive information.
Ο απατεώνας συνελήφθη για απάτη μετά την προσπάθεια πρόσβασης σε ευαίσθητες πληροφορίες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store