impostor
im
ɪm
im
pos
ˈpɒs
pos
tor
ta
ta
imposter
imposter

Ορισμός και σημασία του "impostor"στα αγγλικά

01

απατεώνας, πλαστογράφος

a person who pretends to be someone else in order to deceive others 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
impostors
Παραδείγματα
The man was revealed as an impostor after pretending to be a famous author. 

Ο άνδρας αποκαλύφθηκε ως απατεώνας αφού προσποιήθηκε ότι είναι διάσημος συγγραφέας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store