Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
implicit
01
σιωπηρός, υπαινικτικός
suggesting something without directly stating it
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most implicit
συγκριτικός βαθμός
more implicit
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His implicit approval was evident from the nod of his head.
Η σιωπηρή του έγκριση ήταν εμφανής από το νεύμα του.
02
σιωπηρός, υπονοούμενος
existing in a way that is unquestioned
Παραδείγματα
She had an implicit belief in justice, never doubting its triumph.
Είχε μια σιωπηρή πίστη στη δικαιοσύνη, χωρίς ποτέ να αμφισβητεί τον θρίαμβό της.
Παραδείγματα
The implicit dangers in the technology were revealed only after it was widely used.
Οι σιωπηροί κίνδυνοι στην τεχνολογία αποκαλύφθηκαν μόνο αφού χρησιμοποιήθηκε ευρέως.
04
σιωπηρός, υπονοούμενος
referring to a relationship or equation where one variable is defined in terms of others without being explicitly solved for
Παραδείγματα
In implicit differentiation, derivatives are taken without explicitly solving for the function.
Στην σιωπηρή διαφοροποίηση, οι παράγωγοι λαμβάνονται χωρίς ρητή επίλυση της συνάρτησης.
Λεξικό Δέντρο
implicitly
implicitness
implicit



























