Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
impassioned
01
παθιασμένος, ενθουσιώδης
filled with intense emotion, fervor, or enthusiasm
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most impassioned
συγκριτικός βαθμός
more impassioned
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, communication, expression
Παραδείγματα
The politician delivered an impassioned speech, rallying the crowd with her powerful words.
Ο πολιτικός έδωσε ένα παθιασμένο λόγο, συγκεντρώνοντας το πλήθος με τα δυνατά του λόγια.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unimpassioned
impassioned



























