impartiality
Pronunciation
/ˌɪmˌpɑɹʃiˈæɫɪti/

Ορισμός και σημασία του "impartiality"στα αγγλικά

01

αμεροληψία

an inclination to weigh both views or opinions equally
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο

Λεξικό Δέντρο

impartiality
impartial
impart
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store