Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
impassively
01
απαθώς, χωρίς συναίσθημα
in a manner that shows no emotion, feeling, or reaction
Παραδείγματα
The soldier stood impassively at attention, undisturbed by the noise and activity around him.
Ο στρατιώτης στεκόταν απαθώς σε στάση προσοχής, ανενόχλητος από τον θόρυβο και τη δραστηριότητα γύρω του.
Λεξικό Δέντρο
impassively
passively
passive



























