Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
impassively
01
απαθώς, χωρίς συναίσθημα
in a manner that shows no emotion, feeling, or reaction
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
He listened impassively to the news, not letting his true feelings show.
Άκουσε απαθώς τα νέα, χωρίς να αφήσει να φανερωθούν τα πραγματικά του αισθήματα.
Λεξικό Δέντρο
impassively
passively
passive



























