Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
impatient
01
ανυπόμονος, βιαστικός
unable to wait calmly for something or someone, often feeling irritated or frustrated
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most impatient
συγκριτικός βαθμός
more impatient
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The impatient driver honked their horn repeatedly in traffic.
Ο ανυπόμονος οδηγός έσφυξε επανειλημμένα στην κίνηση.
02
ανυπόμονος, βιαστικός
showing keen desire for something
Παραδείγματα
The children were impatient to open their presents.
Τα παιδιά ήταν ανυπόμονα να ανοίξουν τα δώρα τους.
Λεξικό Δέντρο
impatient
patient
pati



























