Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
impatient
01
ανυπόμονος, βιαστικός
unable to wait calmly for something or someone, often feeling irritated or frustrated
Παραδείγματα
He ’s always impatient when it comes to slow internet connections.
Είναι πάντα ανυπόμονος όταν πρόκειται για αργές συνδέσεις στο διαδίκτυο.
02
ανυπόμονος, βιαστικός
showing keen desire for something
Παραδείγματα
He was impatient to start his new job.
Ήταν ανυπόμονος να ξεκινήσει τη νέα του δουλειά.
Λεξικό Δέντρο
impatient
patient
pati



























