impatient
im
ɪm
ιμ
pa
ˈpeɪ
πει
tient
ʃənt
σαντ
patientabortifacient

Ορισμός και σημασία του "impatient"στα αγγλικά

01

ανυπόμονος, βιαστικός

unable to wait calmly for something or someone, often feeling irritated or frustrated 
impatient definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most impatient
συγκριτικός βαθμός
more impatient
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, emotion, personality
Παραδείγματα
The impatient driver honked their horn repeatedly in traffic. 

Ο ανυπόμονος οδηγός έσφυξε επανειλημμένα στην κίνηση.

02

ανυπόμονος, βιαστικός

showing keen desire for something 
Παραδείγματα
The children were impatient to open their presents. 

Τα παιδιά ήταν ανυπόμονα να ανοίξουν τα δώρα τους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

impatient
patient
pati
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store