Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ill
01
άρρωστος, αδιάθετος
not in a fine mental or physical state
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
illest
συγκριτικός βαθμός
iller
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She has been feeling ill for a week and finally decided to see a doctor.
Αισθάνεται άρρωστη για μια εβδομάδα και τελικά αποφάσισε να δει έναν γιατρό.
02
δυσοίωνος, αποτρόπαιος
suggesting or indicating bad luck, misfortune, or unfavorable outcomes
Παραδείγματα
The sudden appearance of a black cat was seen as an ill omen by the superstitious villagers.
Η ξαφνική εμφάνιση μιας μαύρης γάτας θεωρήθηκε ως κακό οιωνός από τους δεισιδαίμονες χωρικούς.
03
άρρωστος, θλιβερός
distressing
04
άρρωστος, ταλαιπωρημένος
resulting in suffering or adversity
05
εκμεταλλεύομαι, αξιοποιώ τη δύναμη
exploit the power of
06
εχθρικός, κακόβουλος
indicating hostility or enmity
ill
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The hastily built fence held up ill during the storm.
Ο σπευσμένα χτισμένος φράκτης άντεξε άσχημα κατά τη διάρκεια της καταιγίδας.
02
δύσκολα, μόλις
with difficulty or inconvenience; scarcely or hardly
Ill
01
ασθένεια, πάθηση
an often persistent bodily disorder or disease; a cause for complaining
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ills
02
κακό, πρόβλημα
an undesirable condition or difficulty that requires attention or resolution
Παραδείγματα
The community faced several social ills, including poverty and unemployment.
Η κοινότητα αντιμετώπισε πολλά κοινωνικά κακά, συμπεριλαμβανομένης της φτώχειας και της ανεργίας.
Λεξικό Δέντρο
illness
ill



























