ilk
ilk
ɪlk
ilk
rilke

Ορισμός και σημασία του "ilk"στα αγγλικά

01

είδος, κατηγορία

a category of persons sharing similar characteristics or affiliations 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ilks
Παραδείγματα
The magazine criticized lobbyists and their ilk for putting special interests above the public good. 

Το περιοδικό επέκρινε τους λομπίστες και τους όμοιούς τους γιατί έβαλαν τα ειδικά συμφέροντα πάνω από το δημόσιο καλό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store