Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ileum
01
ειλεό
the final segment of the small intestine that connects to the large intestine in the human body
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
ilea
LanGeek



























