ilk
ilk
ɪlk
ιλκ
/ˈɪlk/

Ορισμός και σημασία του "ilk"στα αγγλικά

01

είδος, κατηγορία

a category of persons sharing similar characteristics or affiliations
Παραδείγματα
Writers of her ilk excel at weaving social critique into engaging narratives.
Οι συγγραφείς του είδους της διακρίνονται στο να υφαίνουν κοινωνική κριτική σε ελκυστικές αφηγήσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store