Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hype
01
προωθώ με ενθουσιασμό, κάνω υπερβολική διαφήμιση
to enthusiastically promote something, often with exaggeration, to create excitement and interest
Transitive: to hype sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
hype
γ΄ ενικό πρόσωπο
hypes
ενεστώτα μετοχή
hyping
απλός αόριστος
hyped
παθητική μετοχή
hyped
Παραδείγματα
Celebrities often use social media to hype their upcoming projects and events.
Οι διασημότητες χρησιμοποιούν συχνά τα κοινωνικά δίκτυα για να προωθήσουν τα επερχόμενα έργα και εκδηλώσεις τους.
Hype
01
υπερβολική προώθηση, διαφημιστική υπερβολή
exaggerated promotion meant to attract attention or excitement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The movie didn’t live up to the hype surrounding it.
Η ταινία δεν άξιζε τον ντόρο που της είχαν κάνει.
Λεξικό Δέντρο
hyped
hype



























