Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to appropriate
01
οικειοποιούμαι, αποσπώ
to take something for one's own use, especially illegally or without the owner's permission
Transitive: to appropriate sth
Παραδείγματα
Unauthorized individuals were seen appropriating items from the restricted area.
Μη εξουσιοδοτημένα άτομα παρατηρήθηκαν να καταχρώνονται αντικείμενα από την περιοχή με περιορισμένη πρόσβαση.
Παραδείγματα
The city council appropriated money for the construction of a new library.
Το δημοτικό συμβούλιο κατέστησε χρήματα για την κατασκευή μιας νέας βιβλιοθήκης.
Λεξικό Δέντρο
appropriately
appropriateness
inappropriate
appropriate



























