Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
appropriate
01
κατάλληλος, αρμόδιος
suitable or acceptable for a given situation or purpose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most appropriate
συγκριτικός βαθμός
more appropriate
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Using safety gear is appropriate when working with machinery.
Η χρήση εργαλείων ασφαλείας είναι κατάλληλη όταν εργάζεστε με μηχανήματα.
to appropriate
01
οικειοποιούμαι, αποσπώ
to take something for one's own use, especially illegally or without the owner's permission
Transitive: to appropriate sth
Παραδείγματα
Unauthorized individuals were seen appropriating items from the restricted area.
Μη εξουσιοδοτημένα άτομα παρατηρήθηκαν να καταχρώνονται αντικείμενα από την περιοχή με περιορισμένη πρόσβαση.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
appropriate
γ΄ ενικό πρόσωπο
appropriates
ενεστώτα μετοχή
appropriating
απλός αόριστος
appropriated
παθητική μετοχή
appropriated
Παραδείγματα
The city council appropriated money for the construction of a new library.
Το δημοτικό συμβούλιο κατέστησε χρήματα για την κατασκευή μιας νέας βιβλιοθήκης.
Λεξικό Δέντρο
appropriately
appropriateness
inappropriate
appropriate



























