Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
appropriate
01
κατάλληλος, αρμόδιος
suitable or acceptable for a given situation or purpose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most appropriate
συγκριτικός βαθμός
more appropriate
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Wearing casual attire is appropriate for a picnic.
Το να φοράτε χαλαρά ρούχα είναι κατάλληλο για ένα πικνίκ.
to appropriate
01
οικειοποιούμαι, αποσπώ
to take something for one's own use, especially illegally or without the owner's permission
Transitive: to appropriate sth
Παραδείγματα
The employee was fired for appropriating company funds for personal expenses.
Ο υπάλληλος απολύθηκε για κατάχρηση κεφαλαίων της εταιρείας για προσωπικά έξοδα.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
appropriate
γ΄ ενικό πρόσωπο
appropriates
ενεστώτα μετοχή
appropriating
απλός αόριστος
appropriated
παθητική μετοχή
appropriated
Παραδείγματα
The government decided to appropriate funds for the new healthcare program.
Η κυβέρνηση αποφάσισε να κατανείμει κεφάλαια για το νέο πρόγραμμα υγείας.
Λεξικό Δέντρο
appropriately
appropriateness
inappropriate
appropriate



























