Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hum
01
σιγοτραγουδώ, βουΐζω
to sing a tune with closed lips
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
hum
γ΄ ενικό πρόσωπο
hums
ενεστώτα μετοχή
humming
απλός αόριστος
hummed
παθητική μετοχή
hummed
Παραδείγματα
She liked to hum while she worked, finding it helped her concentrate.
Της άρεσε να βουίζω ενώ δούλευε, βρίσκοντας ότι τη βοηθούσε να συγκεντρωθεί.
02
βουίζω, σιγοτραγουδώ
to make a low, continuous, and steady sound
Intransitive
Παραδείγματα
The cicadas hummed in the trees, creating a background melody.
Οι τζιτζίκια βουίζαν στα δέντρα, δημιουργώντας μια μουσική υπόκρουση.
03
βουίζω, βροντώ
to be filled with a continuous, low noise
Intransitive: to hum with a low steady sound
Παραδείγματα
The room hummed with the sound of the air conditioning unit.
Το δωμάτιο βουητούσε με τον ήχο του κλιματιστικού.
04
βουίζω, κινώ ενεργά
to be busy or engaged in a lot of activity or work
Intransitive: to hum with activity
Παραδείγματα
The kitchen hummed with the sounds of pots and pans as dinner was being prepared.
Η κουζίνα βούιζε με τους ήχους από τα σκεύη καθώς ετοιμαζόταν το δείπνο.
05
βρομάω, μυρίζω άσχημα
to emit a strong, unpleasant odor
χιουμοριστικό
Παραδείγματα
His gym bag started to hum after a week in the car.
Η τσάντα γυμναστικής του άρχισε να βρομάει μετά από μια εβδομάδα στο αυτοκίνητο.
Hum
01
βουητό, βόμβος
a low, continuous, vibrating sound
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hums
Παραδείγματα
The refrigerator emits a constant hum.
Το ψυγείο εκπέμπει ένα σταθερό βουητό.
02
δραστηριότητα, κίνηση
a state of energetic activity or busy movement
Παραδείγματα
The office is in a hum of productivity.
Το γραφείο βρίσκεται σε ένα βόμβο παραγωγικότητας.
Λεξικό Δέντρο
hummer
humming
hum



























