apparel
a
ə
ē
ppa
ˈpæ
rel
rəl
rēl
barrelcarolaril

Ορισμός και σημασία του "apparel"στα αγγλικά

01

ενδύματα, ρούχα

clothes, used particularly when being sold 
apparel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The boutique offered a wide selection of high-quality apparel for men and women. 

Το μπουτίκ προσέφερε μια ευρεία ποικιλία υψηλής ποιότητας ενδυμάτων για άνδρες και γυναίκες.

to apparel
01

ντύνω, εξοπλίζω με ρούχα

to dress someone, or to supply with clothing 
to apparel definition and meaning
παλαιά χρήση
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
apparel
γ΄ ενικό πρόσωπο
apparels
ενεστώτα μετοχή
appareling
απλός αόριστος
appareled
παθητική μετοχή
appareled
Παραδείγματα
The store appareled the models in the latest fashion. 

Το κατάστημα ντύθηκε τα μοντέλα με την τελευταία μόδα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store