Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hoist
01
ανυψώνω, σηκώνω
to lift or raise an object, typically heavy or bulky, using ropes and pulleys
Transitive: to hoist sth | to hoist sth somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
hoist
γ΄ ενικό πρόσωπο
hoists
ενεστώτα μετοχή
hoisting
απλός αόριστος
hoisted
παθητική μετοχή
hoisted
Παραδείγματα
They hoisted the equipment to the top of the tower for the construction project.
Σήκωσαν τον εξοπλισμό στην κορυφή του πύργου για το έργο κατασκευής.
Παραδείγματα
He hoisted the backpack onto his shoulders before setting out on the trail.
Σήκωσε το σακίδιο στους ώμους του πριν ξεκινήσει στο μονοπάτι.
Hoist
01
γερανός, βαρούλκο
a mechanical device used for lifting and lowering heavy objects or materials vertically
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hoists
Λεξικό Δέντρο
hoister
hoist



























