to hoist
hoist
hɔɪst
hoyst
horstheist

Ορισμός και σημασία του "hoist"στα αγγλικά

to hoist
01

ανυψώνω, σηκώνω

to lift or raise an object, typically heavy or bulky, using ropes and pulleys 
Transitive: to hoist sth | to hoist sth somewhere
to hoist definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
hoist
γ΄ ενικό πρόσωπο
hoists
ενεστώτα μετοχή
hoisting
απλός αόριστος
hoisted
παθητική μετοχή
hoisted
Παραδείγματα
They hoisted the equipment to the top of the tower for the construction project. 

Σήκωσαν τον εξοπλισμό στην κορυφή του πύργου για το έργο κατασκευής.

02

σηκώνω, τραβώ προς τα πάνω

to lift or pull something upward 
Transitive: to hoist sb/sth somewhere
Παραδείγματα
He hoisted the backpack onto his shoulders before setting out on the trail. 

Σήκωσε το σακίδιο στους ώμους του πριν ξεκινήσει στο μονοπάτι.

03

σηκώνω, ανυψώνω

to rise or be lifted 
Intransitive
Παραδείγματα
The curtains hoisted gracefully as the morning sunlight flooded into the room. 

Οι κουρτίνες ανυψώθηκαν με χάρη καθώς το πρωινό φως πλημμύριζε το δωμάτιο.

01

γερανός, βαρούλκο

a mechanical device used for lifting and lowering heavy objects or materials vertically 
hoist definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hoists
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store