hoist
hoist
hɔɪst
χοϊστ
/hˈɔ‍ɪst/

Ορισμός και σημασία του "hoist"στα αγγλικά

to hoist
01

ανυψώνω, σηκώνω

to lift or raise an object, typically heavy or bulky, using ropes and pulleys
Transitive: to hoist sth | to hoist sth somewhere
to hoist definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
hoist
γ΄ ενικό πρόσωπο
hoists
ενεστώτα μετοχή
hoisting
απλός αόριστος
hoisted
παθητική μετοχή
hoisted
Παραδείγματα
She hoisted the sail to catch the wind and propel the boat forward.
Αυτή ανέβασε το πανί για να πιάσει τον άνεμο και να προωθήσει τη βάρκα μπροστά.
02

σηκώνω, τραβώ προς τα πάνω

to lift or pull something upward
Transitive: to hoist sb/sth somewhere
Παραδείγματα
He hoisted the heavy logs onto his shoulders and carried them to the fire pit.
Σήκωσε τα βαριά κούτσουρα στους ώμους του και τα κούβαλησε μέχρι την τάφρο της φωτιάς.
03

σηκώνω, ανυψώνω

to rise or be lifted
Intransitive
Παραδείγματα
With each tug, the elevator hoisted smoothly upward to the top floor.
Με κάθε τράβηγμα, το ασανσέρ ανέβαινε ομαλά στον τελευταίο όροφο.
01

γερανός, βαρούλκο

a mechanical device used for lifting and lowering heavy objects or materials vertically
hoist definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hoists
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store