Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hoist
01
ανυψώνω, σηκώνω
to lift or raise an object, typically heavy or bulky, using ropes and pulleys
Transitive: to hoist sth | to hoist sth somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
hoist
γ΄ ενικό πρόσωπο
hoists
ενεστώτα μετοχή
hoisting
απλός αόριστος
hoisted
παθητική μετοχή
hoisted
Παραδείγματα
She hoisted the sail to catch the wind and propel the boat forward.
Αυτή ανέβασε το πανί για να πιάσει τον άνεμο και να προωθήσει τη βάρκα μπροστά.
Παραδείγματα
He hoisted the heavy logs onto his shoulders and carried them to the fire pit.
Σήκωσε τα βαριά κούτσουρα στους ώμους του και τα κούβαλησε μέχρι την τάφρο της φωτιάς.
Hoist
01
γερανός, βαρούλκο
a mechanical device used for lifting and lowering heavy objects or materials vertically
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hoists
Λεξικό Δέντρο
hoister
hoist



























