Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hogwash
01
ανοησία, παραλογισμός
an absurd idea or discussion
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
hogwashes
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
hogwash
hog
wash



























