Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Handcuff
01
χειροπέδες, δεσμά
a pair of rings made of metal with a chain attached to them, used for putting on the wrists of prisoners
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
handcuffs
Παραδείγματα
She heard the distinct sound of handcuffs clicking shut as the police secured the suspect.
Άκουσε τον ξεχωριστό ήχο των χειροπέδων που κλείνουν καθώς η αστυνομία ασφάλιζε τον ύποπτο.
to handcuff
01
μπουκώνω
to restrain a person's hands together using a device, commonly done by law enforcement during an arrest
Transitive: to handcuff sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
handcuff
γ΄ ενικό πρόσωπο
handcuffs
ενεστώτα μετοχή
handcuffing
απλός αόριστος
handcuffed
παθητική μετοχή
handcuffed
Παραδείγματα
The detective chose to handcuff the suspect before transporting them to the courthouse.
Ο ντετέκτιβ επέλεξε να δέσει με χειροπέδες τον ύποπτο πριν τον μεταφέρει στο δικαστήριο.
Λεξικό Δέντρο
handcuff
hand
cuff



























