guy
guy
gaɪ
gai
byeTwibaetri

Ορισμός και σημασία του "guy"στα αγγλικά

01

τύπος, άντρας

a person, typically a male 
guy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
guys
Παραδείγματα
I met a guy at the library who loves the same books as I do. 

Γνώρισα έναν τύπο στη βιβλιοθήκη που αγαπά τα ίδια βιβλία με εμένα.

1.1

τύπος, αρσενικό

an animal, usually a male 
Παραδείγματα
Look at that little guy! Isn't he adorable? 

Κοίτα αυτόν τον μικρό τύπο! Δεν είναι αξιολάτρευτος;

02

ένα ομοίωμα του Γκάι Φωκς που καίγεται σε μια φωτιά την Ημέρα του Γκάι Φωκς, ένα κούκλο που αντιπροσωπεύει τον Γκάι Φωκς και καίγεται κατά τη διάρκεια των εορτασμών της Νύχτας του Γκάι Φωκς

an effigy of Guy Fawkes that is burned on a bonfire on Guy Fawkes Day 
03

σχοινί στήριξης, καλώδιο στήριξης

a cable, wire, or rope used to support and stabilize something 
Παραδείγματα
The tall tower was secured with a guy to prevent it from swaying in the wind. 

Ο ψηλός πύργος ήταν ασφαλισμένος με ένα σχοινί στερέωσης για να μην ταλαντεύεται από τον άνεμο.

04

παιδιά, άνθρωποι

any individual regardless of their gender, often used in plural 
Παραδείγματα
Guys, remember to study for the test next week. 

Παιδιά, θυμηθείτε να μελετήσετε για το τεστ την επόμενη εβδομάδα.

to guy
01

στηρίζω με καλώδιο, σταθεροποιώ με καλώδιο

steady or support with a guy wire or cable 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
guy
γ΄ ενικό πρόσωπο
guys
ενεστώτα μετοχή
guying
απλός αόριστος
guyed
παθητική μετοχή
guyed
02

χλευάζω, γελοιοποιώ

subject to laughter or ridicule 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store