guy
guy
gaɪ
γκαι
British pronunciation
/ɡaɪ/

Ορισμός και σημασία του "guy"στα αγγλικά

01

τύπος, άντρας

a person, typically a male
Wiki
guy definition and meaning
example
Παραδείγματα
She met a nice guy at the coffee shop and they talked for hours.
Συνάντησε έναν ωραίο τύπο στο καφέ και μίλησαν για ώρες.
1.1

τύπος, αρσενικό

an animal, usually a male
example
Παραδείγματα
I adopted a new puppy, and he 's a lively little guy.
Υιοθέτησα ένα νέο κουτάβι, και είναι ένα ζωηρό μικρό αγόρι.
02

ένα ομοίωμα του Γκάι Φωκς που καίγεται σε μια φωτιά την Ημέρα του Γκάι Φωκς, ένα κούκλο που αντιπροσωπεύει τον Γκάι Φωκς και καίγεται κατά τη διάρκεια των εορτασμών της Νύχτας του Γκάι Φωκς

an effigy of Guy Fawkes that is burned on a bonfire on Guy Fawkes Day
03

σχοινί στήριξης, καλώδιο στήριξης

a cable, wire, or rope used to support and stabilize something
example
Παραδείγματα
The large tree was propped up with a guy after it was partially uprooted in the heavy rain.
Το μεγάλο δέντρο στερεώθηκε με ένα σχοινί στήριξης αφού είχε μερικά ξεριζωθεί από τη βροχή.
04

παιδιά, άνθρωποι

any individual regardless of their gender, often used in plural
example
Παραδείγματα
Guys, let's meet at the park for a game of soccer.
Παιδιά, ας συναντηθούμε στο πάρκο για ένα παιχνίδι ποδοσφαίρου.
to guy
01

στηρίζω με καλώδιο, σταθεροποιώ με καλώδιο

steady or support with a guy wire or cable
02

χλευάζω, γελοιοποιώ

subject to laughter or ridicule
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store