gym
gym
ʤɪm
τζιμ
/ʤɪm/

Ορισμός και σημασία του "gym"στα αγγλικά

01

γυμναστήριο, αθλητικός χώρος

a place with special equipment that people go to exercise or play sports
gym definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gyms
Παραδείγματα
I saw her lifting weights at the gym yesterday.
Την είδα να σηκώνει βάρη στο γυμναστήριο χθες.

Λεξικό Δέντρο

multigym
gym
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store