Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Gym
01
γυμναστήριο, αθλητικός χώρος
a place with special equipment that people go to exercise or play sports
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gyms
Παραδείγματα
He goes to the gym five times a week.
Πηγαίνει στο γυμναστήριο πέντε φορές την εβδομάδα.



























