Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
grim
01
σκοτεινός, μελαγχολικός
experiencing or creating a sense of sadness or hopelessness in a situation or atmosphere
Παραδείγματα
The news of the disaster left a grim mood hanging over the town.
Η είδηση της καταστροφής άφησε μια ζοφερή ατμόσφαιρα να κρέμεται πάνω από την πόλη.
02
ζοφερός, απαίσιος
unpleasant or unattractive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
grimmest
συγκριτικός βαθμός
grimmer
διαβαθμίσιμο
03
άρρωστος, αδιάθετος
(of a person) sick or unwell
Dialect
British
04
αμείλικτος, ανελέητος
not to be placated or appeased or moved by entreaty
Παραδείγματα
The grim humor in the play explored dark themes with a biting and ironic twist.
Το μαύρο χιούμορ στο έργο εξερεύνησε σκοτεινά θέματα με μια δηκτική και ειρωνική τροπή.
06
ζοφερός, αυστηρός
harshly uninviting or formidable in manner or appearance
07
ζοφερός, μελαγχολικός
feeling or showing deep sadness or a sense of hopelessness
Παραδείγματα
The news of the disaster cast a grim shadow over the entire community.
Τα νέα της καταστροφής έριξαν μια ζοφερή σκιά σε ολόκληρη την κοινότητα.
Λεξικό Δέντρο
grimly
grimness
grim



























