Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Grillardin
01
γριλαδόρος
a chef or cook who is responsible for cooking meats, particularly grilled or broiled meats
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
grillardins



























