Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
greatly
01
πολύ, αιματά
to a great amount or degree
γραμματικές πληροφορίες
μη συγκρίσιμο
επίρρημα βαθμού
Παραδείγματα
The improvements in technology have greatly enhanced communication.
Οι βελτιώσεις στην τεχνολογία έχουν σημαντικά ενισχύσει την επικοινωνία.
Λεξικό Δέντρο
greatly
great



























