Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
greatly
01
πολύ, αιματά
to a great amount or degree
γραμματικές πληροφορίες
μη συγκρίσιμο
Παραδείγματα
The changes in policy greatly affected the company's operations.
Οι αλλαγές στην πολιτική επηρέασαν σημαντικά τις λειτουργίες της εταιρείας.
Λεξικό Δέντρο
greatly
great



























