Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Greatness
01
μεγαλείο
the quality of being exceptionally important, influential, or accomplished
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02
μεγαλείο, έκταση
unusual largeness in size or extent or number
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
greatness
great



























