Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Glaze
01
γυαλάδα, επίχρισμα
a clear liquid used to give a shine to the surface of cups, plates or other objects made of clay
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
glazes
02
γλάσο, επίστρωση
a glossy and transparent coating applied to food for added flavor, shine, or decorative purposes
Παραδείγματα
The chef brushed a sweet glaze made of honey and soy sauce onto the grilled salmon.
Ο σεφ έβαλε μια γλυκιά γλάσα από μέλι και σάλτσα σόγιας στον ψητό σολομό.
03
γυάλισμα, γυαλιστερή επίστρωση
a glossy finish on a fabric
to glaze
01
γλασάρω, καλύπτω με γλυκιά επικάλυψη
to cover something with a sweet and often shiny coating
Transitive: to glaze food items
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
glaze
γ΄ ενικό πρόσωπο
glazes
ενεστώτα μετοχή
glazing
απλός αόριστος
glazed
παθητική μετοχή
glazed
Παραδείγματα
The baker decided to glaze the doughnuts with a delicious sugar glaze for added sweetness.
Ο φούρναρος αποφάσισε να γλασάρει τα ντόνατς με μια νόστιμη ζάχαρη γλάσο για επιπλέον γλυκύτητα.
02
τοποθετώ γυαλί, εγκαθιστώ τζάμι
to insert a piece of glass into a building's window frame
Transitive: to glaze a window
Παραδείγματα
The carpenters glazed the windows of the new house with energy-efficient glass.
Οι ξυλουργοί τοποθέτησαν γυαλί στα παράθυρα του νέου σπιτιού με ενεργειακά αποδοτικό γυαλί.
03
υπερβολικά επαινώ, παραχαϊδεύω
to excessively hype, praise, or compliment someone, often to the point of annoyance
slang
Παραδείγματα
He kept glazing her outfit all night, and it got a little much.
Συνέχιζε να γκλέιζει το ντύσιμό της όλο το βράδυ, και έγινε λίγο υπερβολικό.
04
υαλίζω, θολώνω
(of eyes) to start looking bored, tired, or uninterested
Παραδείγματα
His eyes glazed over during the long lecture.
Τα μάτια του γυάλισαν κατά τη διάρκεια της μακράς διάλεξης.



























